English Words of (Unexpected) Greek Origin.

Learn easily Greek using the roots of the English words.

Archive for April, 2009

Etymology of taxi and tax.

Posted by Johannes on 24 April 2009

Etymology of taxi, tax.
The word taxi is shortening of the taximeter cab (introduced in London in March 1907), from taximeter (automatic meter to record the distance and fare) [1898] from the French taximetre, from the German Taxameter (1890), which was coined from the Latin taxa (tax, charge) from taxo (to evaluate, to put in an order, to fix the value of a thing, to rate, to tax, to touch), from the Greek verb tasso (to put in an order, to fix the value of a thing; τάσσω).

From the same root:
English: taximeter, taxation, tax- (-collector, -free, -payer etc), taxis, taxology, taxonomy, task.
French: taxer, taxation, taxe, taxi, taximetre, taxiphone, tache
Italian: tassare, tassazione, tasso, tassi
Spanish: tasar, tasacion, tasa, taxi, taximetro
German: taxieren, Taxierung, Taxe, Taxi, Taxameter

In modern Greek:
a) tasso: classify, put in order [τάσσω]
b) katatasso: classify, rate, rank, categorize, enlist [κατατάσσω]
c) taxinomisi: taxonomy [ταξινόμηση]
d) taxi: order, class [τάξη]
e) katataxi: classification, ranking, taring, enrolment [κατάταξη]
f) taxi: taxi [ταξί]
g) taximetro: taximeter [ταξίμετρο]

Η λέξη taxi (ταξί) αποτελεί συντόμευση του taximeter (ταξίμετρου), το οποίο προέρχεται από το Λατινικό taxa (φόρος, τέλος, δαπάνη) από το ρήμα taxo (εκτιμώ την αξία ενός πράγματος, διατάσσω, κατατάσσω, ακουμπώ) από το ελληνικό ρήμα τάσσω.

Post 91.



In blogger: http://ewonago.blogspot.com/

Posted in T | Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Comments »

Posted by Johannes on 12 April 2009

Etymology of domus, domestic, domain.
Domus
(house) derives from the Greek word domos (house, building; δόμος) from the verb demo (to built, to construct; δέμω).

.

From the same root

English: domestic, dome, domination, dominion, don, dona, domicile, domain, dominus, predominance, danger etc.

French: dome, domicile, domicilier, don, domaine, domestique, domestiquer, domesticite, dominer, domination, dominance, Dimanche, Dame, dominion, domino, dangereux, etc.

Italian: duomo, domicilo, don, dominio, domestico, domesticare, dominare, dominazione, dominatore, predominio, Domenica, damo, damigiana etc

German: Dom, Domizil, Domane, dominieren, Dame etc

Hispanic: domicilio, domiciliar, don, dona, dominio, dueno, domestico, domesticar, domesticidad, dominar, dominacion, dominator, predominio, Domingo, doncella, damajuana etc.

.

In modern Greek
a) domi: structure [δομή]
b) ecodomi:
construction, building [οικοδομή]
c) ecodomima:
building, structure [οικοδόμημα]
d) ecodomos:
builder [οικοδόμος]
e) ecodomo:
to build, to construct [οικοδομώ]

Το Λατινικό domus (οικία) προέρχεται από το Ελληνικό δόμος από το ρήμα δέμω (κτίζω, οικοδομώ).

Post 88.


Posted in D | Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Etymology of Rome

Posted by Johannes on 12 April 2009

Etymology of “Rome”

The name “Rome” in Greek means “power,” “force,” “fighting army” and “speed tactics” [Ρώμη]. [8]

The name “Rome” derives from two the Greek verbs: 1) roomai which means “to move with speed or violence, to dart, rush, rush on, esp. of warriors”. [9]

The name “Rome” also derives from of the Greek passive verb: 2) ronnymi which means “to strengthen, make strong and mighty” and “to put forth strength, have strength or might. [10]

The closest Latin equivalent verb is ruo, which is connected to the Greek verb reo meaning “to flow, run, to hasten.”

Of all the uses of Latin verbs both active and passive there is none that even comes close to meaning “rome.”

References
[8] H. G. Liddell and R. Scot, “Greek-English Lexicon,” at name “rome.”
[9] Ibid, at verb “roomai.”
[10] Ibid, at verb “ronnyni.”

The above text is by the late Prof. f. J. Romanides (USA) at: [http://www.romanity.org/htm/rom.16.en.romanity_romania_roumeli.01.htm#s1]

Posted in R | Tagged: , , , , , , , | Leave a Comment »

Καταγωγή των Ρωμαίων (Origin of Romans)

Posted by Johannes on 12 April 2009

Καταγωγή των Ρωμαίων (Origin of Romans)

[In Greek – the following article from the Greek Wikipedia]
Το παρακάτω άρθρο υπάρχει στη Βικιπαίδεια [http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%B9].

[In English – Text by the late Prof. f. J. Romanides (USA)]
Για την καταγωγή των Ρωμαίων μπορείτε επίσης να δείτε το κείμενο του εκλειπόντος καθηγητού π. Ι. Ρωμανίδη [http://www.romanity.org/htm/rom.16.en.romanity_romania_roumeli.01.htm#s1]
ή στο ελληνικό του βιβλίο “Ρωμηωσύνη”, 2002.


Καταγωγή των Ρωμαίων
Ο πρώτος που αποφάσισε να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους (κατά τους αρχαίους Έλληνες) και να κτίσει αποικία, ήταν ο Οίνωτρος, γιος του Λυκάονα. Στην Αρκαδία είχαν γίνει τόσο πολλοί, που δεν μπορούσε η γη να τους θρέψει. Με τις ευλογίες και τη βοήθεια του βασιλιά αδελφού του, Νύκτιμου, ο Οίνωτρος έφτιαξε πλοία, πήρε μαζί του πολλούς Αρκάδες και ανάμεσά τους τον αδελφό του τον Πευκέτιο, κι έβαλε πλώρη για δυτικά.
Το πλοίο άραξε στην Απουλία της νοτιοανατολικής Ιταλίας, πρώτοι αυτοί, 17 γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο, μετά τη λήξη του οποίου ο Αινείας έφυγε από την Τροία και έγινε οικιστής του Λάτιου.
Στην Απουλία εγκαταστάθηκε ο Πευκέτιος και έτσι ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής ονομάστηκε Πευκετία. Κοντά του έσπευσαν τα αδέλφια του από την Αρκαδία: ο Ίαπυς, που συγχέεται με τον Ιάπυγα, γιο του Δαίδαλου, και που έγινε επώνυμος της Ιαπυγίας (περιοχή της Καλαβρίας στη Νότια Ιταλία, απέναντι από τη Σικελία), και ο Δαύνος, οικιστής της Δαυνίας (της περιοχής γύρω από το σημερινό Μπάρι).
Ο Οίνωτρος συνέχισε, διέσχισε τον πορθμό της Σικελίας κι έφτασε ως την Αυσονία («τότε» περιοχή ανάμεσα στον Πορθμό και τις εκβολές του Λείρι ποταμού, ανάμεσα στην Καμπανία και το Λάτιο). Η περιοχή ονομάστηκε Οινωτρία και από αυτήν, Οινωτρία ονομάστηκε ολόκληρη η χερσόνησος. Πολύ αργότερα, ο βασιλιάς Ιταλός, Πελασγός κι αυτός κατά μια εκδοχή, Σικελός κατά άλλη, ονόμασε τη χώρα Ιταλία.
Από τους Αρκάδες αυτούς αποίκους, οι Αβοριγίνες απλώθηκαν σε όλη την Ιταλία. Αβοριγίνες ονομάζονταν οι υπεράκριοι, αυτοί που κατά το Αρκαδικό σύστημα κατοικούσαν στα άκρα, αλλά και οι αυτόχθονες (από το Λατινικό ab origine που σημαίνει γνήσιοι, πρωταρχικοί, αλλά και πρωτόγονοι).
Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (ο πρεσβύτερος) καθώς και άλλοι Ρωμαίοι που έγραψαν γενεαλογίες, ανέφεραν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Αρκάδες. Υπήρχαν όμως και άλλοι που έλεγαν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Σαβίνοι (αρχαίος λαός που ζούσε στην Κεντρική Ιταλία και αντιστάθηκε σκληρά στους Ρωμαίους, οι οποίοι μόλις το 290 π.Χ. μπόρεσαν τελικά να τους υποτάξουν). Όμως ο επιφανής ιστορικός Μάρκος Τερέντιος Ρεατίνος Ουάρων (116 – 27 π.Χ.), ισχυριζόταν ότι οι Ρεατίνοι Σαβίνοι ονομάζονταν και ήταν Αρκάδες.
Οι Αρκάδες απλώθηκαν στην Ιταλία, εκδιώκοντας τους εκεί εγκατεστημένους Σικελούς, έναν από τους λαούς της θάλασσας που έγιναν αιτία να καταρρεύσει η Μυκηναϊκή οικονομία. Σύμφωνα με τους Αιγυπτιακούς παπύρους, ανάμεσα στο 1220 π.Χ. και στο 1193 π.Χ., περίοδο που χρονολογείται η άλωση της Τροίας, βασίλευαν ο Ραμσής Γ΄ και ο γιος του Μενεφθά. Αυτή την εποχή η χώρα δέχθηκε την επίθεση των «λαών της θάλασσας». Οι Φαραώ τους αντιμετώπισαν και αυτοί στράφηκαν προς την Παλαιστίνη. Στα 1174 π.Χ. ξαναφάνηκαν στην Αίγυπτο, αποκρούστηκαν και σκόρπισαν. Ονομάζονταν Σαντάνα, Τούρσα, Σέκελες, Ρούκι, Νερντέν, Πλέστ κλπ. Από αυτούς, οι Σέκελες (Σικελοί), απλώθηκαν στην Ιταλία. Αυτούς έδιωξαν οι Αρκάδες όταν έφτασαν εκεί και τους περιόρισαν στο νησί που ονομάστηκε Σικελία.
Οι Αβοριγίνες Αρκάδες κατοίκησαν σε μερικούς από τους λόφους στους οποίους αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.
Εξήντα χρόνια πριν από τα Τρωικά, όταν στην Αρκαδία βασίλευε ο Αγαμήδης (γιος του Στύμφαλου κατά την ελληνική μυθολογία), ο Εύανδρος, γιος του Ερμή και της Θέμιδας κατά τη μυθολογία, που ζούσε στην περιοχή του Παλλαντίου στα όρια της σημερινής Τρίπολης, αρμάτωσε δύο καράβια και πήγε μετανάστης στην Ιταλία. Βρέθηκε κι αυτός στην περιοχή των λόφων όπου αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.
Στους εκεί Αβοριγίνες Αρκάδες βασίλευε ο Φαύνος, συνώνυμος του Ρωμαϊκού θεού των δασών και των κοπαδιών, που ταυτίζεται με τον Αρκαδικό Πάνα. Ο βασιλιάς Φαύνος επέτρεψε στους νεοφερμένους συμπατριώτες του να κατοικήσουν σε έναν από τους λόφους. Ο Εύανδρος τον οχύρωσε και τον ονόμασε Παλλαντίνο είτε σε ανάμνηση της μητρόπολης που ξεκίνησαν, είτε από το όνομα του γιου του, Πάλλαντα. Είναι ο Παλλαντίνος λόφος, ο κεντρικός από τους 7 λόφους της Ρώμης. Τιμώντας την Αρκαδική καταγωγή της ονομασίας του λόφου, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αντωνίνος (138161), επισκέφθηκε το Παλλάντιο της Αρκαδίας και τον εκεί οικισμό τον μετέτρεψε σε πόλη.

Posted in R | Tagged: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Etymology of task

Posted by Johannes on 11 April 2009

Etymology of task
Task
comes from the old French tasque from tasche (duty) from the Latin tasca (a duty, assessment) from taxa, which derives from the Greek verb tasso (put in order, evaluate; τάσσω).

From the same root.
taxonomy

French: tache

In modern Greek
a) tasso: put in order [τάσσω]
b) taxinomisi:
taxonomy [ταξινόμηση]
c) taxis:
order [τάξις]

Το task (καθήκον) προέρχεται από το Λατινικό tasche (καθήκον, υποχρέωση), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Ελληνικό ρήμα τάσσω.

Post 87.

In blogger: http://ewonago.blogspot.com/

Posted in T | Tagged: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Posted by Johannes on 11 April 2009

Etymology of roof.
Roof
derives from the ancient Greek word orofi (roof; οροφή) from the verb erefo (to cover; to cover with a roof; ερέφω / ερέπτω).

From the same root
roof-garden, roofing, roofless

Possibly: Rib and the German Ribbe

In modern Greek.
a) orofi:
roof, ceiling [οροφή]
b) orofos: floor, storey [όροφος]
.

Η λέξη Roof (οροφή) προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη οροφή, από το ρήμα ερέφω / ερέπτω (καλύπτω, στεγάζω, σκεπάζω, στεφανώνω).

.

Post 86

.

 

.

Comments by Asdings:
Asdings:
Dear Colleague, I’m afraid this is a false etymology. If ‘roof’ derived from Greek ‘orophe:’ (Modern Greek ‘orofi’), how do you explain the fact that the English dropped the initial vowel? This is not a common behaviour of English phonology.

Neither is ‘roof’ an Indoeuropean cognate of Gk. ‘orophe:’, for Germanic f should then correspond to a Greek p (cf. Gk. pate:r, En. father, Gk. pu:r, En. fire etc.).

It is more than certain that English ‘roof’ has no relation whatsoever with Greek ‘orophe:/orofi’.

Just check http://www.etymonline.com/index.php?term=roof, where we read the following:

O.E. hrof “roof, ceiling, top,” from P.Gmc. *khrofaz (cf. O.Fris. rhoof “roof,” M.Du. roof “cover, roof,” Du. roef “deckhouse, cabin, coffin-lid,” M.H.G. rof “penthouse,” O.N. hrof “boat shed”). No apparent connections outside Gmc. “English alone has retained the word in a general sense, for which the other languages use forms corresponding to OE. þæc thatch” [OED]. The verb is from c.1475. Roof of the mouth is from late O.E. Raise the roof “create an uproar” is attested from 1860, originally in Southern Amer.Eng. Roofer “one who makes or repairs roofs” is from 1855.

This information is absolutely convincing from the linguist’s point of view, be sure 😉

John Neos:
So, you think there is no connection between the verb erepto (Greek p to Germanic f ??) and roof. Then, how can someone explain that the meaning of the terms is identical? Is it merely a coincidence?

Asdings:
Even if we accepted that the p seen in erepto:was original (I mean, if it was not derived from Gk. ph+j, i.e. *erephjo > erepto1), the word roof would be just a cognate of Gk. erepto:; in no case would it be a loan from Greek. Still I insist that p is not original in erepto:, as witnessed by its obvious cognates with -ph- (which would be equivalent to Germanic b).

On the other hand, the semantic aspect is of no importance at all, since many superficially similar words have identical meaning in several, even unrelated, languages, cf. Malay mata, Greek mati, both denoting an ‘eye’. However, in the Malay word the root is -ta (ma- is an affix), while in the Greek word the root is *oqw- > *op- (> *op-ma > omma > ommation > ommatin > mati).

Do you see the point?

And the last and most convincing argument is that OE shows the form hrof. The initial Germanic h should correspond to a Greek k (cf. English horn, Gk. keras, L. cornu or English row < hro-, Gk. kruos, krustallos L. cruor, crudus etc.)1

An original -j- following a labial consonant is regularly turned into -t- in Greek, cf. *kop-j-o: > kopto: (= I cut).

P.S. I checked http://ewonago.blogspot.com and I observed that the majority of “English” words of “no apparent Greek” origin mentioned there are mere cognates between Latin and Greek. Please, do not confuse a cognate with a loan/derivative and their ilk. This is an error made by those not acquainted with linguistic rules and patterns. Of course there are English words of Greek origin, but they entered English mostly through Latin. But there are many more Latin-derived or ‘true’ English (Germanic) words similar to Greek ones just because of the common origin of Greek, English, Latin etc

John Neos:
Asdings, thank you very much for your reply and the time you spent on it. With your permission, I might transfer your comments in my blog.

Asdings:
It’s me who has to say “thanks” to you for giving credence to what I try to explain in the forum. You may transfer my comments to your blog PROVIDED THAT your visitors are REALLY interested in scientific research rather than in making Greek out of anything! By the way, I had a look at your section “Greek Words of Apparent Greek Origins” and I found it absolutely correct! I suggest you keep dealing mostly with such words, about which no doubt could be raised. The other two sections contain many errors. However, your blog is a useful source and I congratulate you for your zeal in promoting Greek language and culture. But do remember the following: Misleading information harms ‘Romiosyni’ rather than helps it 😉 The impact of Greek on other languages and cultures is so vast, that you can suffice yourself with true influences. Do not make use of old sources (as those scanned in your blog); views have since changed a lot.

http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,40370.0.html

Posted in R | Tagged: , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Etymology of Geronimo

Posted by Johannes on 7 April 2009

Etymology of Geronimo
Geronimo was called a famous Apache leader. The name is the Greek name Hieronimos, which is composed by the words Hieros (holy, sacred; ιερός) and Onoma (name; όνομα).

From the same roots.
Jerome, hier-, hierarch, hierarchy, hieratic, hiero-, hieroglyphic, hierophant, name, namely, nomenclature, nominal, nomination, nominee.

In modern Greek.
a) Hieros: holy, sacred [ιερός]
b) Hierarchis: hierarch [ιεράρχης]
c) Hierarchia: hierarchy [ιεραρχία]
d) Hieraticos: hieratic [ιερατικός]
e) Hieroglyphicos: hieroglyphic [ιερογλυφικός]
f) Hierophantis: hierophant [ιεροφάντης]
g) Onoma: name [όνομα]
h) Onomatologia: nomenclature [ονοματολογία]
i) Nomenclatura: nomenclature [νομενκλατούρα]
j) Onomatopoieia: onomatopoieia [ονοματοποιεία]

Το Geronimo (Τζερώνυμο) ήταν το όνομα κάποιου Ινδιάνου ηγέτη. Το όνομα προέρχεται από το Ελληνικό Ιερώνυμος.

Post: 85.

In wordpress: http://ewonago.blogspot.com/

Posted in G | Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Etymology of ostrich

Posted by Johannes on 7 April 2009

Etymology of ostrich.
Ostrich derives from the old French ostruce from the late Latin struthio (ostrich), which is a transliteration of the Greek struthion (ostrich; στρουθίον) from struthos melage (big sparrow).

From the same root:
French: autruche

In modern Greek.
a) struthocamelos: ostrich [στρουθοκάμηλος]
b) struthio: sparrow [στρουθίο]

Το ostrich προέρχεται από το αρχαίο Γαλλικό ostruce από το Λατινικό struthio, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού στρουθίον.

Post: 84


 

In wordpress: http://ewonago.blogspot.com/

Posted in O | Tagged: , , , , , , , , | Leave a Comment »